Ινομυώματα

Τα ινομυώματα, γνωστά και ως λειομυώματα, είναι οι συχνότεροι καλοήθεις όγκοι που αναπτύσσονται στο τοιχωμα της μήτρας. Περίπου το 25% των γυναικών θα αναπτύξουν κάποιας μορφής ινομύωμα στη διάρκεια της ζωής τους, συνήθως στις ηλικίες μεταξύ των 30 και 50 ετών. Δεν είναι γνωστή η αιτία που προκαλεί την εμφάνιση των ινομυωμάτων. Αυτο που έχει αποδειχθεί είναι ότι είναι ευαίσθητα στα οιστρογόνα, στις κύριες δηλαδή ορμόνες που παράγονται από τις ωοθήκες των γυναικών της αναπαραγωγικής ηλικίας. Αυτό σημαίνει πως τα ινομυώματα αυξάνουν σε μέγεθος σε καταστάσεις υπερπαραγωγής των οιστρογόνων, όπως είναι η κύηση, και υποστρέφουν σε καταστάσεις ένδειας οιστρογόνων, όπως μετά την εμμηνόπαυση.

Το μέγεθος των ινομυωμάτων ποικίλλει από μερικά χιλιοστά ως και το μέγεθος ενός πεπονιού. Μπορεί να αναπτυχθούν οπουδήποτε πάνω στη μήτρα και κατατάσσονται ανάλογα με τη θέση τους σε:

  • Τοιχωματικά. Αποτελούν την πιο συνήθη μορφή και αναπτύσσονται μέσα στο τοίχωμα της μήτρας.
  • Υποορογόνια. Αναπτύσσονται στην εξωτερική επιφάνεια της μήτρας.
  • Υποβλεννογόνια. Αναπτύσσονται στο εσωτερικό της μήτρας (εντός της ενδομητρικής κοιλότητας).
  • Μισχωτά. Αναπτύσσονται στην κοιλιακή κοιλότητα και συνδέονται με τη μήτρα με λεπτό μίσχο.

Συμπτωματολογία εμφανίζεται μόνο στο 1/3 των γυναικών με ινομυώματα. Πολύ συχνά οι γυναίκες δεν γνωρίζουν ότι έχουν ινομυώματα μήτρας και το ανακαλύπτουν κατά τη διάρκεια της συνήθους γυναικολογικής εξέτασης ή ως τυχαίο εύρημα σε υπερηχογράφημα κοιλίας.

Τα συνήθη συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • Διαταραχές περιόδου. Η παρουσία ινομυωμάτων μπορεί να αυξήσει την απώλεια αίματος και τη διάρκεια της περιόδου της γυναίκας, συχνά σε συνδυασμό με περισσότερο κοιλιακό πόνο. Αυτό οδηγεί σε ελάττωση των αποθηκών σιδήρου του οργανισμού και ανάπτυξη σιδηροπενικής αναιμίας.
  • Πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή. Στις περιπτώσεις που τα ινομυώματα αναπτύσσονται κοντά στον κόλπο ή τον τράχηλο της μήτρας, μπορεί να προκαλείται ενόχληση ή πόνος κατά την επαφή, μια κατάσταση γνωστή και ως δυσπαρεύνια.
  • Υπογονιμότητα και αποβολές. Στις περιπτώσεις που τα ινομυώματα αναπτύσσονται εντός της ενδομητρικής κοιλότητας, μπορεί να μπλοκάρουν τα στόμια των σαλπίγγων ή να εμποδίζουν την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου, γεγονός που οδηγεί σε μειωμένη γονιμότητα ή εμφάνιση καθ’ έξην αποβολών.
  • Συμπτώματα από το ουροποιητικό σύστημα και το έντερο. Μερικές φορές τα ινομυώματα μπορεί να πιέζουν την ουροδόχο κύστη, που βρίσκεται ακριβώς μπροστά από τη μήτρα, και να προκαλούν συχνουρία, ή να πιέζουν το έντερο προς τα πίσω και να προκαλούν δυσκοιλιότητα.
  • Φουσκώματα στην κοιλιά. Σε περιπτώσεις ευμεγέθων ινομυωμάτων πολλές γυναίκες αναφέρουν αίσθημα βάρους ή φουσκώματος στο κάτω μέρος της κοιλιάς.
  • Προβλήματα στην εγκυμοσύνη. Τα ινομυώματα αυξάνονται σε μέγεθος κατά τη διάρκεια της κύησης. Μπορεί να προκαλέσουν πόνο, πρόωρο τοκετό και αυξημένη πιθανότητα γέννησης με Καισαρική τομή.
  • Κακοήθης εξαλλαγή. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα ινομυώματα είναι καλοήθης πάθηση. Σε ποσοστό 0.1 – 0.4% υπάρχει η πιθανότητα μετατροπής τους σε κακοήθη σαρκώματα, αν και αυτό δεν έχει αποδειχθεί πλήρως. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις κύριο χαρακτηριστικό είναι η απότομη αύξηση του μεγέθους τους.

Η διάγνωση των ινομυωμάτων γίνεται κατά τη συνήθη γυναικολογική (κλινική) εξέταση. Το γυναικολογικό υπερηχογράφημα και άλλες απεικονιστικές μέθοδοι, όπως η αξονική και η μαγνητική τομογραφία, συμβάλλουν στην επιβεβαίωση της κλινικής διάγνωσης και βοηθούν στη διαφορική διάγνωση, με τον αποκλεισμό άλλων παθήσεων με την ίδια κλινική εικόνα.

Η θεραπευτική προσέγγιση είναι εξατομικευμένη για την κάθε ασθενή και καθορίζεται από την ηλικία, τον αριθμό και το μέγεθος των ινομυωμάτων, τη θέση τους και από τα συμπτώματα που προκαλούν.

Ινομυώματα, που δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλα σε μέγεθος και δεν προκαλούν συμπτώματα, συνήθως δεν απαιτούν καμία θεραπευτική παρέμβαση. Η απλή παρακολούθηση κατά το συνήθη γυναικολογικό έλεγχο είναι αρκετή.

Σε περιπτώσεις γυναικών με όχι ιδιαίτερα μεγάλα ινομυώματα που παρουσιάζουν ήπιες διαταραχές περιόδου, προκειμένου να περιοριστεί η απώλεια αίματος μπορεί να αντιμετωπιστούν συντηρητικά με κάποια από την ακόλουθη φαρμακευτική αγωγή: τρανεξαμικό οξύ,  μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, συνδυασμένα αντισυλληπτικά δισκία ή με ενδομητρικό σπείραμα λεβονοργεστρέλης.

Παραδοσιακά η αντιμετώπιση των ινομυωμάτων είναι χειρουργική. Ειδικά σε περιπτώσεις γυναικών που αντιμετωπίζουν προβλήματα γονιμότητας, ή έχουν έντονα συμπτώματα ανεξαρτήτου μεγέθους των ινομυωμάτων προτείνεται η οριστική αφαίρεσή τους. Η εφαρμογή των μεθόδων ελάχιστης επεμβατικής χειρουργικής, Υστεροσκόπηση και Λαπαροσκόπηση, αποτελεί σήμερα την καθιερωμένη χειρουργική προσέγγιση.

Μπορείτε να μας καλέσετε για να συζητήσουμε την εξατομικευμένη προσέγγιση και θεραπευτική παρέμβαση.

Follow Me: